clogging
clo
ˈklɒ
klo
gging
gɪng
ging
clingingclanging

Ορισμός και σημασία του "clogging"στα αγγλικά

01

φράσσων, εμποδίζων

preventing movement 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most clogging
συγκριτικός βαθμός
more clogging
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
obstruction, movement, flow
01

το κλόγκινγκ, η βηματοχορία

a style of percussive dance characterized by rhythmic footwork, often performed to traditional folk or country music 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cloggings

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

clogging
clog
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store