Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to clog up
01
φράζω, εμποδίζω
to block a passage, system, or space, causing a slowdown or complete stop
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
clog
ενεστώτας
clog up
γ΄ ενικό πρόσωπο
clogs up
ενεστώτα μετοχή
clogging up
απλός αόριστος
clogged up
παθητική μετοχή
clogged up
Παραδείγματα
The heavy rain caused leaves and debris to clog up the storm drains, leading to street flooding.
Η ισχυρή βροχή προκάλεσε τα φύλλα και τα συντρίμμια να φράξουν τους υδρορροές, οδηγώντας σε πλημμύρες στους δρόμους.



























