Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to clog up
[phrase form: clog]
01
φράζω, εμποδίζω
to block a passage, system, or space, causing a slowdown or complete stop
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
clog
ενεστώτας
clog up
γ΄ ενικό πρόσωπο
clogs up
ενεστώτα μετοχή
clogging up
απλός αόριστος
clogged up
παθητική μετοχή
clogged up
Παραδείγματα
The computer 's performance started to suffer as unnecessary files began to clog up the hard drive.
Η απόδοση του υπολογιστή άρχισε να πάσχει καθώς τα περιττά αρχεία άρχισαν να φράσσουν τον σκληρό δίσκο.



























