to clog up
clog
klɒg
klog
up
ʌp
ap

Ορισμός και σημασία του "clog up"στα αγγλικά

to clog up
01

φράζω, εμποδίζω

to block a passage, system, or space, causing a slowdown or complete stop 
to clog up definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
clog
ενεστώτας
clog up
γ΄ ενικό πρόσωπο
clogs up
ενεστώτα μετοχή
clogging up
απλός αόριστος
clogged up
παθητική μετοχή
clogged up
Παραδείγματα
The heavy rain caused leaves and debris to clog up the storm drains, leading to street flooding. 

Η ισχυρή βροχή προκάλεσε τα φύλλα και τα συντρίμμια να φράξουν τους υδρορροές, οδηγώντας σε πλημμύρες στους δρόμους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store