clincher
clin
ˈklɪn
κλιν
cher
ʧə
τσα

Ορισμός και σημασία του "clincher"στα αγγλικά

01

εργαλείο για στερέωση καρφιών, εργαλείο για στερέωση πριτσινιών

a tool used to clinch nails or bolts or rivets 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
clinchers
02

καθοριστικό επιχείρημα, οριστική απόδειξη

a point or fact or remark that settles something conclusively 
03

καθοριστικό επιχείρημα, αποδεικτικό στοιχείο

a fact, remark, or action that settles a dispute decisively 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

clincher
clinch
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store