clientele
clien
ˌkli:ɒn
klion
tele
ˈtɛl
tel
personnelaquarellematerielmisspell

Ορισμός και σημασία του "clientele"στα αγγλικά

01

πελατεία, βάση πελατών

the collective body of clients served by a business, professional, or institution 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
clienteles
Παραδείγματα
The boutique's clientele favored minimalist fashion and high-end fabrics. 

Η πελατεία του μπουτίκ προτιμούσε τη μινιμαλιστική μόδα και τα υφάσματα υψηλής ποιότητας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store