Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cliffhanging
01
συγκλονιστικός, συναρπαστικός
(of a situation, movie, etc.) having an unclear ending that makes it enticing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cliffhanging
συγκριτικός βαθμός
more cliffhanging
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
cliffhanging
cliff
hanging



























