clerid
cle
ˈklɛ
κλε
rid
rɪd
ριντ
/klˈɛɹɪd/

Ορισμός και σημασία του "clerid"στα αγγλικά

01

κληρίδα, θηρευτικό σκαθάρι

predacious on other insects; usually brightly colored or metallic
clerid definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
clerids
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store