cleaning
clea
ˈkli:
κλι
ning
nɪng
νινγκ
clowningcleansingclearingclerking

Ορισμός και σημασία του "cleaning"στα αγγλικά

01

καθαρισμός, σκούπισμα

the action or process of making something, especially inside a house, etc. clean 
cleaning definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cleanings
Παραδείγματα
After the party, the kitchen needed a deep cleaning. 

Μετά το πάρτι, η κουζίνα χρειαζόταν μια βαθιά καθαριότητα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

cleaning
clean
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store