cleaner
clea
ˈkli
κλι
ner
nər
ναρ
/ˈkliːnə/

Ορισμός και σημασία του "cleaner"στα αγγλικά

01

καθαριστής, περιποιητής

someone whose job is to clean other people’s houses, offices, etc.
cleaner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cleaners
Παραδείγματα
We have hired a cleaner to help maintain the house.
Προσλάβαμε έναν καθαριστή για να βοηθήσει στη συντήρηση του σπιτιού.
02

καθαριστικό, απορρυπαντικό

a preparation used in cleaning something
03

καθαριστής, χειριστής καθαριστηρίου

the operator of dry-cleaning establishment
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store