Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Claw
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
claws
Παραδείγματα
The tiger ’s powerful claws made it an excellent hunter.
Τα ισχυρά νύχια της τίγρης την έκαναν έναν εξαιρετικό κυνηγό.
03
μηχανικό νύχι, μηχανικό γάντζο
a mechanical device that is curved or bent to suspend or hold or pull something
04
νύχι, πόδι πουλιού
a bird's foot
to claw
01
γρατζουνάω, ξύνω
to use nails to scratch, scrape, or dig
Transitive: to claw at sth
Παραδείγματα
The frustrated child started to claw at the packaging, eager to get to the toy inside.
Το απογοητευμένο παιδί άρχισε να γρατζουνάει τη συσκευασία, ανυπόμονο να πάρει το παιχνίδι μέσα.
02
δρασσώμαι με νύχια, αρπάζω με νύχια
to use one's claws or similar grasping appendages to capture, hold onto, or grip something tightly
Transitive: to claw at a target
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
claw
γ΄ ενικό πρόσωπο
claws
ενεστώτα μετοχή
clawing
απλός αόριστος
clawed
παθητική μετοχή
clawed
Παραδείγματα
The child clawed at the air, reaching desperately for the balloon drifting out of reach.
Το παιδί γκρέμισε τον αέρα, απλώνοντας απελπισμένα προς το μπαλόνι που απομακρυνόταν.



























