Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to claxon
01
κορνάρω
use the horn of a car
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
claxon
γ΄ ενικό πρόσωπο
claxons
ενεστώτα μετοχή
claxoning
απλός αόριστος
claxoned
παθητική μετοχή
claxoned
02
κορνάρω
make a loud noise
Claxon
01
κλάξον
a kind of loud horn formerly used on motor vehicles
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
claxons



























