to claxon
clax
ˈklæk
klāk
on
sən
sēn
flaxenklaxonwaxentaxon

Ορισμός και σημασία του "claxon"στα αγγλικά

to claxon
01

κορνάρω

use the horn of a car 
to claxon definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
claxon
γ΄ ενικό πρόσωπο
claxons
ενεστώτα μετοχή
claxoning
απλός αόριστος
claxoned
παθητική μετοχή
claxoned
02

κορνάρω

make a loud noise 
01

κλάξον

a kind of loud horn formerly used on motor vehicles 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
claxons
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store