aflicker
af
af
αφ
li
ˈlɪ
λι
cker
kər
καρ
/ɐflˈɪkə/

Ορισμός και σημασία του "aflicker"στα αγγλικά

01

τρεμοπαίζων, φλογερός

(of a light or flame) flickering quickly and unevenly
Παραδείγματα
The aflicker shadows danced on the wall as the candle burned low.
Οι τρεμοπαίζουσες σκιές χόρευαν στον τοίχο καθώς το κερί έσβηνε.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store