Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
clamant
01
θορυβώδης, φωνακλάδικος
conspicuously and offensively loud; given to vehement outcry
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most clamant
συγκριτικός βαθμός
more clamant
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
urgency, communication, need
Παραδείγματα
The clamant request for assistance could not be ignored any longer.
Το επείγον αίτημα για βοήθεια δεν μπορούσε πλέον να αγνοηθεί.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
clamant
clam



























