clam
clam
klæm
κλαιμ
/klˈæm/

Ορισμός και σημασία του "clam"στα αγγλικά

01

αχιβάδα, στρείδι

an edible marine shellfish living in sand or mud
clam definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
clams
02

ένα χαρτονόμισμα ενός δολαρίου, ένα δολάριο

a piece of paper money worth one dollar
clam definition and meaning
03

αχιβάδα, μύδι

the edible meat of the bivalve mollusk, known for its delicate texture and distinctive oceanic taste
Παραδείγματα
They visited a seaside restaurant famous for its clam dishes.
Επισκέφτηκαν ένα παραθαλάσσιο εστιατόριο διάσημο για τα πιάτα του με αχιβάδα.
to clam
01

συλλέγω αχιβάδες, μαζεύω αχιβάδες

gather clams, by digging in the sand by the ocean
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
clam
γ΄ ενικό πρόσωπο
clams
ενεστώτα μετοχή
clamming
απλός αόριστος
clammed
παθητική μετοχή
clammed
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store