claimant
clai
ˈkleɪ
κλει
mant
mənt
μαντ
clamant

Ορισμός και σημασία του "claimant"στα αγγλικά

01

ενάγων, αιτών

someone who asserts a right to something, typically in a legal context 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
claimants
Παραδείγματα
The insurance company processed the claim submitted by the claimant for damages to their property. 

Η ασφαλιστική εταιρεία διεκπεραίωσε το αίτημα που υποβλήθηκε από τον ενάγοντα για ζημιές στην περιουσία του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store