Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
circumlocutory
01
περιφραστικός, πλατύς
using unnecessarily long or indirect language, often to avoid directly addressing a point or to be vague
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most circumlocutory
συγκριτικός βαθμός
more circumlocutory
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His circumlocutory speech meandered through irrelevant details before finally addressing the issue.
Η περιφραστική ομιλία του περιπλανήθηκε μέσα από άσχετες λεπτομέρειες πριν τελικά απευθυνθεί στο ζήτημα.
Λεξικό Δέντρο
circumlocutory
circumlocut



























