Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to circumcise
01
περιτέμνω, πραγματοποιώ την περιτομή
to cut off the foreskin of a boy's or man's penis as a religious rite, particularly in Islam and Judaism
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
circumcise
γ΄ ενικό πρόσωπο
circumcises
ενεστώτα μετοχή
circumcising
απλός αόριστος
circumcised
παθητική μετοχή
circumcised
02
περιτέμνω, κόβω το δέρμα πάνω από την κλειτορίδα
cut the skin over the clitoris
Λεξικό Δέντρο
circumcision
circumcise



























