Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
chronological
01
χρονολογικός
organized according to the order that the events occurred in
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The historical events were presented in chronological order.
Τα ιστορικά γεγονότα παρουσιάστηκαν σε χρονολογική σειρά.
02
χρονολογικός, χρονικός
measured according to the passage of time
Παραδείγματα
The child's developmental milestones were not aligned with their chronological age.
Οι σταδιοδρομίες ανάπτυξης του παιδιού δεν ήταν ευθυγραμμισμένες με την χρονολογική ηλικία τους.
Λεξικό Δέντρο
chronologically
chronological



























