Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
chronological
01
χρονολογικός
organized according to the order that the events occurred in
Παραδείγματα
The museum exhibit showcased artifacts in chronological order, illustrating the development of civilization.
Η έκθεση του μουσείου παρουσίασε αντικείμενα σε χρονολογική σειρά, απεικονίζοντας την ανάπτυξη του πολιτισμού.
02
χρονολογικός, χρονικός
measured according to the passage of time
Παραδείγματα
Her chronological experience as a teacher spans over 15 years, but her innovative methods make her seem like a fresh talent in the field.
Η χρονολογική της εμπειρία ως δασκάλου εκτείνεται σε περισσότερα από 15 χρόνια, αλλά οι καινοτόμες μέθοδοί της την κάνουν να μοιάζει με νέο ταλέντο στον τομέα.
Λεξικό Δέντρο
chronologically
chronological



























