cholesterol
cho
κα
les
ˈlɛs
λεσ
te
τα
rol
rɒl
ρολ

Ορισμός και σημασία του "cholesterol"στα αγγλικά

01

χοληστερόλη, επίπεδο χοληστερόλης

a substance high in fat and found in blood and most body tissues, a high amount of which correlates with an increased risk of heart disease 
cholesterol definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The doctor advised him to reduce his intake of saturated fats to lower his cholesterol levels. 

Ο γιατρός του συνέστησε να μειώσει την πρόσληψη κορεσμένων λιπών για να μειώσει τα επίπεδα χοληστερίνης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store