chocolate
Pronunciation
/ˈtʃɑklɪt/

Ορισμός και σημασία του "chocolate"στα αγγλικά

01

σοκολάτα, κακάο

a food prepared from roasted, ground cacao beans
chocolate definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
chocolates
Παραδείγματα
Chocolate can be combined with nuts for flavor.
Η σοκολάτα μπορεί να συνδυαστεί με ξηρούς καρπούς για γεύση.
1.1

ζεστή σοκολάτα, ζεστή σοκολάτα με γάλα

a drink made from cocoa powder mixed with milk and sugar, usually served hot
chocolate definition and meaning
Παραδείγματα
Chocolate was served alongside pastries.
Η σοκολάτα σερβιριόταν μαζί με τα γλυκά.
02

σοκολάτα

a sweet, solid or semi-solid food made from cocoa, often shaped into bars or pieces
chocolate definition and meaning
Παραδείγματα
There were several chocolates in the box, each with a different filling.
Υπήρχαν πολλές σοκολάτες στο κουτί, η καθεμία με διαφορετική γέμιση.
01

σοκολάτα, χρώμα σοκολάτας

having a dark or deep brown color
chocolate definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most chocolate
συγκριτικός βαθμός
more chocolate
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The vintage car had a sleek, classic exterior in a dark chocolate tone.
Το βιντεζ αμάξι είχε ένα κομψό, κλασικό εξωτερικό σε σκούρο σοκολατένιο τόνο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store