Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to chobble
01
μασώ σε μικρά κομμάτια, θρυμματίζω
to chew or break food into small pieces
Dialect
British
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
chobble
γ΄ ενικό πρόσωπο
chobbles
ενεστώτα μετοχή
chobbling
απλός αόριστος
chobbled
παθητική μετοχή
chobbled
Παραδείγματα
The toddler chobbled his bread into tiny bits.
Το νήπιο έθρυψε το ψωμί του σε μικροσκοπικά κομμάτια.



























