Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Chlorine
01
χλώριο, αέριο χλώριο
a chemical element that is a bluish-white gas, used for disinfecting water, maintaining pool hygiene, and as an active sanitizing agent in household cleaners
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
chlorines
Παραδείγματα
Chlorine is commonly used to disinfect drinking water.
Το χλώριο χρησιμοποιείται συνήθως για την απολύμανση του πόσιμου νερού.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
chlorinate
chlorinity
chlorine



























