chivalrous
chi
ˈʃɪ
shi
val
vəl
vēl
rous
rəs
rēs

Ορισμός και σημασία του "chivalrous"στα αγγλικά

chivalrous
01

ιπποτικός, γενναιόδωρος

behaving politely with charm and respect; typically used for men 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most chivalrous
συγκριτικός βαθμός
more chivalrous
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, character, society
Παραδείγματα
He opened the door for her in a chivalrous manner. 

Άνοιξε την πόρτα για αυτήν με έναν ιπποτικό τρόπο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

chivalrously
unchivalrous
chivalrous
chivalry
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store