Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
chivalrous
01
ιπποτικός, γενναιόδωρος
behaving politely with charm and respect; typically used for men
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most chivalrous
συγκριτικός βαθμός
more chivalrous
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The movie ’s hero was portrayed as a chivalrous and noble figure.
Ο ήρωας της ταινίας απεικονίστηκε ως μια ιπποτική και ευγενής φιγούρα.
Λεξικό Δέντρο
chivalrously
unchivalrous
chivalrous
chivalry



























