chit-chat
chit
ʧɪt
chit
chat
ʧæt
chāt
chit chat
chitchat

Ορισμός και σημασία του "chit-chat"στα αγγλικά

01

κουβέντα, φλυαρία

casual, light, and often trivial conversation, typically about non-essential topics 
chit-chat definition and meaning
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
We had some chitchat while waiting for the train to arrive. 

Είχαμε λίγη κουβέντα ενώ περιμέναμε να φτάσει το τρένο.

02

σωματική τιμωρία που διαχειρίζονται οι κρατούμενοι, σωματική ποινή που επιβάλλουν οι συγκρατούμενοι

(prison) inmate-administered corporal punishment 
αργκό
Παραδείγματα
He received chit-chat for breaking the cell rules. 

Δέχθηκε chit-chat για παραβίαση των κανόνων του κελιού.

to chit-chat
01

κουβεντιάζω, φλυαρώ

talk socially without exchanging too much information 
to chit-chat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
chit-chat
γ΄ ενικό πρόσωπο
chit-chats
ενεστώτα μετοχή
chit-chatting
απλός αόριστος
chit-chatted
παθητική μετοχή
chit-chatted
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store