Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Chit-chat
01
κουβέντα, φλυαρία
casual, light, and often trivial conversation, typically about non-essential topics
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
We had some chitchat while waiting for the train to arrive.
Είχαμε λίγη κουβέντα ενώ περιμέναμε να φτάσει το τρένο.
02
σωματική τιμωρία που διαχειρίζονται οι κρατούμενοι, σωματική ποινή που επιβάλλουν οι συγκρατούμενοι
(prison) inmate-administered corporal punishment
αργκό
Παραδείγματα
He received chit-chat for breaking the cell rules.
Δέχθηκε chit-chat για παραβίαση των κανόνων του κελιού.
to chit-chat
01
κουβεντιάζω, φλυαρώ
talk socially without exchanging too much information
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
chit-chat
γ΄ ενικό πρόσωπο
chit-chats
ενεστώτα μετοχή
chit-chatting
απλός αόριστος
chit-chatted
παθητική μετοχή
chit-chatted



























