Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Chit-chat
01
κουβέντα, φλυαρία
casual, light, and often trivial conversation, typically about non-essential topics
informal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The meeting was mostly just chit-chat about the weather and weekend plans.
Η συνάντηση ήταν κυρίως απλώς φλυαρία για τον καιρό και τα σχέδια για το σαββατοκύριακο.
02
σωματική τιμωρία που διαχειρίζονται οι κρατούμενοι, σωματική ποινή που επιβάλλουν οι συγκρατούμενοι
(prison) inmate-administered corporal punishment
slang
Παραδείγματα
He avoided trouble to stay clear of chit-chat.
Απέφυγε τα προβλήματα για να μείνει μακριά από τις σωματικές τιμωρίες που διαχειρίζονται οι κρατούμενοι.
to chit-chat
01
κουβεντιάζω, φλυαρώ
talk socially without exchanging too much information
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
chit-chat
γ΄ ενικό πρόσωπο
chit-chats
ενεστώτα μετοχή
chit-chatting
απλός αόριστος
chit-chatted
παθητική μετοχή
chit-chatted



























