chit-chat
Pronunciation
/tʃˈɪttʃˈæt/
chit chat
chitchat

Ορισμός και σημασία του "chit-chat"στα αγγλικά

01

κουβέντα, φλυαρία

casual, light, and often trivial conversation, typically about non-essential topics
chit-chat definition and meaning
informal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The meeting was mostly just chit-chat about the weather and weekend plans.
Η συνάντηση ήταν κυρίως απλώς φλυαρία για τον καιρό και τα σχέδια για το σαββατοκύριακο.
02

σωματική τιμωρία που διαχειρίζονται οι κρατούμενοι, σωματική ποινή που επιβάλλουν οι συγκρατούμενοι

(prison) inmate-administered corporal punishment
slang
Παραδείγματα
He avoided trouble to stay clear of chit-chat.
Απέφυγε τα προβλήματα για να μείνει μακριά από τις σωματικές τιμωρίες που διαχειρίζονται οι κρατούμενοι.
to chit-chat
01

κουβεντιάζω, φλυαρώ

talk socially without exchanging too much information
to chit-chat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
chit-chat
γ΄ ενικό πρόσωπο
chit-chats
ενεστώτα μετοχή
chit-chatting
απλός αόριστος
chit-chatted
παθητική μετοχή
chit-chatted
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store