chit
chit
ʧɪt
τσιτ
chait

Ορισμός και σημασία του "chit"στα αγγλικά

01

λογαριασμός, απόδειξη

the bill in a restaurant 
chit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
chits
02

αναιδής νεαρή γυναίκα, αυθάδης κορίτσι

a young, impertinent, or insignificant girl or woman 
chit definition and meaning
παρωχημένο
προσβλητικό
Παραδείγματα
The old novel described the forward teenager as an impudent chit. 

Το παλιό μυθιστόρημα περιέγραφε τον προχωρημένο έφηβο ως ένα αναιδές νεαρό κορίτσι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store