Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to afford
01
μπορώ να αντέξω οικονομικά, έχω τα μέσα να
to be able to pay the cost of something
Transitive: to afford a commodity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
afford
γ΄ ενικό πρόσωπο
affords
ενεστώτα μετοχή
affording
απλός αόριστος
afforded
παθητική μετοχή
afforded
Παραδείγματα
If you save consistently, you may eventually afford a house.
Εάν αποταμιεύετε σταθερά, μπορεί τελικά να αγοράσετε ένα σπίτι.
02
μπορώ να αντέξω οικονομικά, έχω τα μέσα για
to possess enough of something to use or spare
Transitive: to afford a resource
Παραδείγματα
She can afford only a few hours each week to volunteer at the shelter.
Μπορεί να αφιερώσει μόνο λίγες ώρες κάθε εβδομάδα για εθελοντισμό στο καταφύγιο.
03
παρέχω, προσφέρω
to have the ability to produce or supply something as needed
Transitive: to afford sth
Παραδείγματα
The tree affords shade on hot summer days.
Το δέντρο παρέχει σκιά στις καυτές καλοκαιρινές μέρες.
04
παρέχω, δίνω την ευκαιρία
to provide access to or give someone the opportunity to do something
Transitive: to afford an opportunity
Ditransitive: to afford sb an opportunity
Παραδείγματα
The scholarship afforded her the opportunity to attend college.
Η υποτροφία παρείχε την ευκαιρία να φοιτήσει στο κολέγιο.
Λεξικό Δέντρο
affordable
afford



























