to affix
a
ə
ē
ffix
ˈfɪks
fiks
graphicsgeographics

Ορισμός και σημασία του "affix"στα αγγλικά

to affix
01

προσαρτώ, κολλώ

to attach or fasten something to another object or surface 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
affix
γ΄ ενικό πρόσωπο
affixes
ενεστώτα μετοχή
affixing
απλός αόριστος
affixed
παθητική μετοχή
affixed
Παραδείγματα
She affixes a stamp to each envelope before mailing the letters. 

Εκείνη κολλάει ένα γραμματόσημο σε κάθε φάκελο πριν στείλει τα γράμματα.

02

προσθήκη στο τέλος, σύνδεση στο άκρο

add to the very end 
03

προσαρτώ, συνδέω

attach or become attached to a stem word 
01

πρόσφυμα, επίθημα/πρόθημα

(grammar) a letter or group of letters added to the end or beginning of a word to change its meaning 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
affixes
Παραδείγματα
English grammar includes prefixes and suffixes as types of affixes. 

Η αγγλική γραμματική περιλαμβάνει προθέματα και επιθήματα ως τύπους προσφύματος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store