Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to affix
01
προσαρτώ, κολλώ
to attach or fasten something to another object or surface
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
affix
γ΄ ενικό πρόσωπο
affixes
ενεστώτα μετοχή
affixing
απλός αόριστος
affixed
παθητική μετοχή
affixed
Παραδείγματα
They have affixed labels to the products for identification purposes.
Έχουν κολλήσει ετικέτες στα προϊόντα για σκοπούς αναγνώρισης.
02
προσθήκη στο τέλος, σύνδεση στο άκρο
add to the very end
03
προσαρτώ, συνδέω
attach or become attached to a stem word
Affix
01
πρόσφυμα, επίθημα/πρόθημα
(grammar) a letter or group of letters added to the end or beginning of a word to change its meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
affixes
Παραδείγματα
In linguistics, affixes play a crucial role in word formation and derivation.
Στη γλωσσολογία, τα προσφύματα παίζουν καθοριστικό ρόλο στη σχηματοποίηση και παραγωγή λέξεων.
Λεξικό Δέντρο
affixed
affix



























