Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
chilling
01
ψυχρός, τρομακτικός
causing an intense feeling of fear or unease
Παραδείγματα
The chilling warning from the fortune teller made her rethink her decisions.
Η παγωμένη προειδοποίηση της μάγισσας την έκανε να επανεξετάσει τις αποφάσεις της.
02
παγωμένος, ψυκτικός
causing a sensation of cold or lowering the temperature
Παραδείγματα
Chilling rain soaked their clothes during the hike.
Η παγωμένη βροχή μούσκεψε τα ρούχα τους κατά τη διάρκεια της πεζοπορίας.
Chilling
Παραδείγματα
Chilling of the wine took place in a temperature-controlled cellar.
Η ψύξη του κρασιού έγινε σε ένα κελάρι με ελεγχόμενη θερμοκρασία.
Λεξικό Δέντρο
chillingly
chilling
chill



























