Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
chilling
01
ψυχρός, τρομακτικός
causing an intense feeling of fear or unease
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most chilling
συγκριτικός βαθμός
more chilling
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, atmosphere, perception
Παραδείγματα
The chilling whispers in the abandoned house made her hair stand on end.
Οι παγωμένες ψίθυροι στο εγκαταλελειμμένο σπίτι της έκαναν τα μαλλιά να της σηκωθούν.
02
παγωμένος, ψυκτικός
causing a sensation of cold or lowering the temperature
Παραδείγματα
The chilling wind cut through her jacket.
Ο παγωμένος άνεμος κόβει το σακάκι της.
Chilling
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
chillings
Παραδείγματα
The chilling of the metal must be done gradually to prevent cracks.
Η ψύξη του μετάλλου πρέπει να γίνεται σταδιακά για να αποφευχθούν ρωγμές.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
chillingly
chilling
chill



























