childishness
chil
ˈʧaɪl
chail
dish
dɪʃ
dish
ness
nəs
nēs

Ορισμός και σημασία του "childishness"στα αγγλικά

01

παιδικότητα, παιδαριώδης συμπεριφορά

the behavior of being immature, overly playful, or exhibiting traits typically associated with children 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
childishnesses
Παραδείγματα
His childishness made it difficult for others to take him seriously at work. 

Η παιδικότητά του έκανε δύσκολο για τους άλλους να τον παίρνουν σοβαρά στη δουλειά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

childishness
childish
child
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store