Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Childhood
01
παιδική ηλικία, νηπιακή ηλικία
the period or time of being a child, characterized by significant physical and emotional growth
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Sarah cherished the memories of her childhood spent playing in the backyard with her siblings.
Η Σάρα πολύτιζε τις αναμνήσεις από την παιδική της ηλικία που πέρασε παίζοντας στην πίσω αυλή με τα αδέρφια της.
02
παιδική ηλικία, νηπιακή ηλικία
the condition of being a child
Παραδείγματα
She enjoyed the innocence of childhood.
Απόλαυσε την αθωότητα της παιδικής ηλικίας.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
childhood
child



























