chewy
Pronunciation
/ˈtʃui/

Ορισμός και σημασία του "chewy"στα αγγλικά

01

μαστιχωτός, που απαιτεί πολύ μασάζ

(of food) requiring to be chewed a lot in order to be swallowed easily
chewy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
chewiest
συγκριτικός βαθμός
chewier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The chewy noodles in the ramen soup provided a satisfying resistance as they were slurped.
Τα μαστιχωτά νουντλς στη σούπα ράμεν προσέφεραν μια ικανοποιητική αντίσταση καθώς γλυφοντουσαν.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store