Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
chewy
01
μαστιχωτός, που απαιτεί πολύ μασάζ
(of food) requiring to be chewed a lot in order to be swallowed easily
Παραδείγματα
The chewy noodles in the ramen soup provided a satisfying resistance as they were slurped.
Τα μαστιχωτά νουντλς στη σούπα ράμεν προσέφεραν μια ικανοποιητική αντίσταση καθώς γλυφοντουσαν.
Λεξικό Δέντρο
chewy
chew



























