cherished
che
ˈʧɛ
che
rished
rɪʃt
risht

Ορισμός και σημασία του "cherished"στα αγγλικά

01

πολύτιμος, αγαπημένος

deeply valued and held in high regard 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cherished
συγκριτικός βαθμός
more cherished
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The cherished family heirloom was carefully displayed in a glass cabinet. 

Το πολύτιμο οικογενειακό κειμήλιο εκτέθηκε προσεκτικά σε μια γυάλινη βιτρίνα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store