cherished
Pronunciation
/ˈtʃɛɹɪʃt/

Ορισμός και σημασία του "cherished"στα αγγλικά

01

πολύτιμος, αγαπημένος

deeply valued and held in high regard
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cherished
συγκριτικός βαθμός
more cherished
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His cherished friendship with his mentor provided guidance and support throughout his career.
Η πολύτιμη φιλία του με τον μέντορά του παρείχε καθοδήγηση και υποστήριξη σε όλη τη σταδιοδρομία του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store