Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
chatty
01
ομιλητικός, φλύαρος
full of trivial or nonessential details in conversation
Παραδείγματα
The chatty host kept the guests entertained.
Ο ομιλητικός οικοδεσπότης διασκέδαζε τους καλεσμένους.
02
ομιλητικός, φλύαρος
talkative and enjoying conversation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
chattiest
συγκριτικός βαθμός
chattier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She is friendly but a bit too chatty for quiet settings.
Είναι φιλική αλλά λίγο πολύ φλύαρος για ήσυχα περιβάλλοντα.
Λεξικό Δέντρο
chattily
chatty
chat



























