chatty
Pronunciation
/ˈtʃæti/

Ορισμός και σημασία του "chatty"στα αγγλικά

01

ομιλητικός, φλύαρος

full of trivial or nonessential details in conversation
chatty definition and meaning
Παραδείγματα
The chatty host kept the guests entertained.
Ο ομιλητικός οικοδεσπότης διασκέδαζε τους καλεσμένους.
02

ομιλητικός, φλύαρος

talkative and enjoying conversation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
chattiest
συγκριτικός βαθμός
chattier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She is friendly but a bit too chatty for quiet settings.
Είναι φιλική αλλά λίγο πολύ φλύαρος για ήσυχα περιβάλλοντα.

Λεξικό Δέντρο

chattily
chatty
chat
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store