chauffeur
chau
ʃoʊ
σου
ffeur
ˈfɜr
φερρ
/ˈʃəʊfə/

Ορισμός και σημασία του "chauffeur"στα αγγλικά

01

οδηγός, σωφέρ

someone who is employed to drive someone else's car for them
chauffeur definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
chauffeurs
Παραδείγματα
The hotel offers chauffeur services to guests who require transportation around the city.
Το ξενοδοχείο προσφέρει υπηρεσίες οδηγού στους επισκέπτες που χρειάζονται μεταφορά στην πόλη.
to chauffeur
01

οδηγώ, οδηγός

to drive a person in a car, typically in a professional or formal capacity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
chauffeur
γ΄ ενικό πρόσωπο
chauffeurs
ενεστώτα μετοχή
chauffeuring
απλός αόριστος
chauffeured
παθητική μετοχή
chauffeured
Παραδείγματα
They were chauffeured in a luxury sedan to the gala.
Μεταφέρθηκαν με πολυτελή σεντάν οδηγούμενοι στη γκαλά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store