Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Chauffeur
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
chauffeurs
Παραδείγματα
The hotel offers chauffeur services to guests who require transportation around the city.
Το ξενοδοχείο προσφέρει υπηρεσίες οδηγού στους επισκέπτες που χρειάζονται μεταφορά στην πόλη.
to chauffeur
01
οδηγώ, οδηγός
to drive a person in a car, typically in a professional or formal capacity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
chauffeur
γ΄ ενικό πρόσωπο
chauffeurs
ενεστώτα μετοχή
chauffeuring
απλός αόριστος
chauffeured
παθητική μετοχή
chauffeured
Παραδείγματα
They were chauffeured in a luxury sedan to the gala.
Μεταφέρθηκαν με πολυτελή σεντάν οδηγούμενοι στη γκαλά.



























