chauffeur
chau
ˈʃəʊ
shew
ffeur
polyestermonsieursaboteurcooccur

Ορισμός και σημασία του "chauffeur"στα αγγλικά

01

οδηγός, σωφέρ

someone who is employed to drive someone else's car for them 
chauffeur definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
chauffeurs
Παραδείγματα
The chauffeur picked up the CEO from the airport in a luxury sedan. 

Ο οδηγός πήρε τον CEO από το αεροδρόμιο με ένα πολυτελές σεντάν.

to chauffeur
01

οδηγώ, οδηγός

to drive a person in a car, typically in a professional or formal capacity 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
chauffeur
γ΄ ενικό πρόσωπο
chauffeurs
ενεστώτα μετοχή
chauffeuring
απλός αόριστος
chauffeured
παθητική μετοχή
chauffeured
Παραδείγματα
He was hired to chauffeur the visiting dignitaries around the city. 

Προσλήφθηκε για να οδηγός τους επισκέπτες αξιωματούχους γύρω από την πόλη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store