Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to chat up
01
φλερτάρω, προσπαθώ να γνωρίσω
to talk with someone in a playful or romantic way to explore a potential connection
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
chat
ενεστώτας
chat up
γ΄ ενικό πρόσωπο
chats up
ενεστώτα μετοχή
chatting up
απλός αόριστος
chatted up
παθητική μετοχή
chatted up
Παραδείγματα
She 's great at chatting up people she just met.
Είναι πολύ καλή στο φλερτάρει άτομα που μόλις γνώρισε.
02
φλερτάρω, προσπαθώ να πείσω
to talk to someone with the intention of persuading them
Παραδείγματα
The presenter did an excellent job chatting up the value of the program.
Ο παρουσιαστής έκανε εξαιρετική δουλειά μιλώντας πειστικά για την αξία του προγράμματος.



























