Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to chat up
01
φλερτάρω, προσπαθώ να γνωρίσω
to talk with someone in a playful or romantic way to explore a potential connection
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
chat
ενεστώτας
chat up
γ΄ ενικό πρόσωπο
chats up
ενεστώτα μετοχή
chatting up
απλός αόριστος
chatted up
παθητική μετοχή
chatted up
Παραδείγματα
He confidently chatted up the stranger, making her laugh.
Έχωνε με αυτοπεποίθηση φλερτ με την άγνωστη, κάνοντάς την να γελάσει.
02
φλερτάρω, προσπαθώ να πείσω
to talk to someone with the intention of persuading them
Παραδείγματα
He tried to chat the idea up during the meeting.
Προσπάθησε να φλερτάρει την ιδέα κατά τη διάρκεια της συνάντησης.



























