Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Chastity
01
αγνότητα
the religious vow of never having any sexual relations
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
αγνότητα
the state of not having sexual relations out of marriage
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
chastity
chaste



























