chastity
chas
ˈʧæs
chās
ti
ti
ty
ti
ti

Ορισμός και σημασία του "chastity"στα αγγλικά

01

αγνότητα

the religious vow of never having any sexual relations 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02

αγνότητα

the state of not having sexual relations out of marriage 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

chastity
chaste
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store