charlatan
char
ˈʃɑ:
σα
la
lə
λα
tan
tən
ταν

Ορισμός και σημασία του "charlatan"στα αγγλικά

01

τσαρλατάνος, απατεώνας

an individual who acts as if they possess special qualities, knowledge, or skills 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
charlatans
Παραδείγματα
The so-called healer was exposed as a charlatan when his treatments failed to produce results. 

Ο αποκαλούμενος θεραπευτής αποκαλύφθηκε ως αλαζόνας όταν οι θεραπείες του απέτυχαν να παράγουν αποτελέσματα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

charlatanism
charlatan
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store