Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Charlatan
01
τσαρλατάνος, απατεώνας
an individual who acts as if they possess special qualities, knowledge, or skills
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
charlatans
Παραδείγματα
The so-called healer was exposed as a charlatan when his treatments failed to produce results.
Ο αποκαλούμενος θεραπευτής αποκαλύφθηκε ως αλαζόνας όταν οι θεραπείες του απέτυχαν να παράγουν αποτελέσματα.
Λεξικό Δέντρο
charlatanism
charlatan



























