charged
charged
ʧɑ:ʤd
chaajd
changedcharmed

Ορισμός και σημασία του "charged"στα αγγλικά

01

φορτισμένος, ηλεκτρισμένος

having an electric charge 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most charged
συγκριτικός βαθμός
more charged
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The metal sphere became charged when it was rubbed with a woolen cloth. 

Η μεταλλική σφαίρα φορτίστηκε όταν τρίφθηκε με ένα μάλλινο ύφασμα.

02

φορτισμένος, ηλεκτρισμένος

full of strong emotion or feeling 
Παραδείγματα
The room was charged with excitement as the announcement began. 

Το δωμάτιο ήταν γεμάτο από ενθουσιασμό όταν ξεκίνησε η ανακοίνωση.

03

ανθρακούχο, ανθρακούχο

containing carbon dioxide 
Παραδείγματα
The bartender served a charged soda straight from the tap. 

Ο μπάρμαν σέρβιρε μια ανθρακούχα σόδα απευθείας από τη βρύση.

04

φορτισμένος, εκρηκτικός

likely to provoke strong emotions or intense reactions 
Παραδείγματα
The article was politically charged and sparked widespread debate. 

Το άρθρο ήταν πολιτικά φορτισμένο και πυροδότησε ευρεία συζήτηση.

Λεξικό Δέντρο

discharged
uncharged
charged
charge
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store