chaplain
chap
ˈʧæp
τσαιπ
lain
lɪn
λιν

Ορισμός και σημασία του "chaplain"στα αγγλικά

01

ιερέας, στρατιωτικός ιερέας

a clergy member who provides religious services, guidance, and support within an organization such as a school, hospital, prison, or the military 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
chaplains
Παραδείγματα
The hospital chaplain visited patients to offer comfort and prayer during their recovery. 

Ο ιερέας του νοσοκομείου επισκέφτηκε ασθενείς για να προσφέρει παρηγοριά και προσευχή κατά την ανάρρωσή τους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

chaplainship
chaplain
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store