Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to aerate
01
αερίζω, οξυγονώνω
to treat sewage or wastewater with air to encourage the growth of microorganisms that decompose organic matter
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
aerate
γ΄ ενικό πρόσωπο
aerates
ενεστώτα μετοχή
aerating
απλός αόριστος
aerated
παθητική μετοχή
aerated
Παραδείγματα
The treatment plant aerates sewage to accelerate decomposition.
Ο σταθμός επεξεργασίας αερίζει τα λύματα για να επιταχύνει την αποσύνθεση.
02
αερίζω, οξυγονώνω
to introduce or enrich a substance with oxygen
Παραδείγματα
The chef aerated the batter to make the cake lighter.
Ο σεφ αεροποίησε το μείγμα για να κάνει το κέικ πιο ελαφρύ.
03
αερίζω, αερίζω
to expose something to fresh air, often to refresh, dry, or ventilate it
Παραδείγματα
The gardener aerated the lawn to improve drainage.
Ο κηπουρός αεροποίησε το γκαζόν για να βελτιώσει την αποστράγγιση.
Λεξικό Δέντρο
aerated
aeration
aerator
aerate
aer



























