Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to advocate
01
υποστηρίζω, υπερασπίζομαι
to publicly support or recommend something
Intransitive: to advocate for sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
advocate
γ΄ ενικό πρόσωπο
advocates
ενεστώτα μετοχή
advocating
απλός αόριστος
advocated
παθητική μετοχή
advocated
Παραδείγματα
The environmentalist passionately advocates for sustainable living practices.
Ο περιβαλλοντολόγος υποστηρίζει με πάθος τις βιώσιμες πρακτικές διαβίωσης.
02
υποστηρίζω, υπερασπίζομαι
to publicly support or argue in favor of a cause, policy, or idea
Transitive: to advocate a cause or idea
Παραδείγματα
She advocates stricter environmental laws to protect natural habitats.
Εκείνη υποστηρίζει αυστηρότερους περιβαλλοντικούς νόμους για την προστασία των φυσικών βιοτόπων.
Advocate
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
advocates
Παραδείγματα
The advocate presented a compelling argument in defense of his client.
Ο δικηγόρος παρουσίασε ένα πειστικό επιχείρημα υπέρ του πελάτη του.
02
υπερασπιστής, προωθητής
someone who actively supports, promotes, or defends a particular cause or viewpoint, often through public speaking, writing, or activism
Παραδείγματα
She's a passionate advocate for environmental sustainability.
Είναι μια παθιασμένη υπέρμαχος της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας.
Λεξικό Δέντρο
advocator
advocate
advoc



























