cessation
Pronunciation
/ˌsɛˈseɪʃən/

Ορισμός και σημασία του "cessation"στα αγγλικά

01

διακοπή, παύση

a process or fact of ceasing
cessation definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cessations
Παραδείγματα
The cessation of operations due to the pandemic affected businesses worldwide.
Η διακοπή των εργασιών λόγω της πανδημίας επηρέασε τις επιχειρήσεις παγκοσμίως.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store