Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cessation
01
διακοπή, παύση
a process or fact of ceasing
Παραδείγματα
The cessation of operations due to the pandemic affected businesses worldwide.
Η διακοπή των εργασιών λόγω της πανδημίας επηρέασε τις επιχειρήσεις παγκοσμίως.



























