cessation
ce
se
ssa
ˈseɪ
sei
tion
ʃən
shēn
isolationphonationvitiationemanation

Ορισμός και σημασία του "cessation"στα αγγλικά

01

διακοπή, παύση

a process or fact of ceasing 
cessation definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cessations
Παραδείγματα
The workers protested until the cessation of unfair labor practices was officially recognized. 

Οι εργαζόμενοι διαμαρτυρήθηκαν μέχρι να αναγνωριστεί επίσημα η διακοπή των άδικων εργασιακών πρακτικών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store