Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Certificate
01
πιστοποιητικό, δίπλωμα
an official document that states one has successfully passed an exam or completed a course of study
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
certificates
Παραδείγματα
She received a certificate of completion after finishing the online training.
Λάμβανε ένα πιστοποιητικό ολοκλήρωσης μετά την ολοκλήρωση της διαδικτυακής εκπαίδευσης.
02
πιστοποιητικό, βεβαίωση
a document that verifies or confirms stated facts
Παραδείγματα
She needed a medical certificate to return to work.
Χρειαζόταν ένα ιατρικό πιστοποιητικό για να επιστρέψει στη δουλειά.
03
πιστοποιητικό, τίτλος
a formal financial document representing an entitlement to interest, dividends, or another investment-related right
Παραδείγματα
She inherited several stock certificates from her grandfather.
Κληρονόμησε πολλά πιστοποιητικά μετοχών από τον παππού της.
to certificate
01
πιστοποιώ, βεβαιώνω
to grant official authorization by issuing a certificate
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
certificate
γ΄ ενικό πρόσωπο
certificates
ενεστώτα μετοχή
certificating
απλός αόριστος
certificated
παθητική μετοχή
certificated
Παραδείγματα
They cannot certificate the program until all standards are met.
Δεν μπορούν να πιστοποιήσουν το πρόγραμμα μέχρι να πληρούνται όλα τα πρότυπα.
02
πιστοποιώ, βεβαιώνω
to give someone a certificate as formal recognition
Παραδείγματα
The school certificated all students who finished the workshop.
Το σχολείο πιστοποίησε όλους τους μαθητές που ολοκλήρωσαν το εργαστήριο.
Λεξικό Δέντρο
certificate
certify



























