cert
Pronunciation
/ˈsɝt/

Ορισμός και σημασία του "cert"στα αγγλικά

01

βεβαιότητα, εγγυημένη επιτυχία

something that is sure to happen or succeed
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
certs
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store