Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
centripetal
01
κεντρομόλος, κατευθυνόμενος προς το κέντρο
moving, directed, or acting toward a central point or axis
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Gravity exerts a centripetal force that keeps planets in orbit.
Η βαρύτητα ασκεί μια κεντρομόλο δύναμη που διατηρεί τους πλανήτες σε τροχιά.
02
κεντρομόλος, αφερέντικος
describing sensory pathways that carry signals from the body toward the brain or spinal cord
Παραδείγματα
The centripetal nerve fibers transmit touch sensations from the skin.
Οι κεντρομόλοι νευρικές ίνες μεταδίδουν τις αισθήσεις αφής από το δέρμα.
03
κεντρομόλος, ενοποιητικός
bringing different parts together into a cohesive whole
Παραδείγματα
A shared language can serve as a centripetal force within a community.
Μία κοινή γλώσσα μπορεί να λειτουργήσει ως κεντρομόλος δύναμη εντός μιας κοινότητας.



























